επιπώρωσις

ἐπιπώρωσις, ἡ (Α) [επιπωρούμαι]
1. σχηματισμός σκληρωμάτων, αποσκλήρυνση στην επιφάνεια
2. κάλος στο δέρμα
3. προεξοχή στις πέτρες τών νεφρών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιπώρωσις — formation of a callus fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπωρώσεις — ἐπιπώρωσις formation of a callus fem nom/voc pl (attic epic) ἐπιπώρωσις formation of a callus fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπωρώσιας — ἐπιπώρωσις formation of a callus fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπωρώσιες — ἐπιπώρωσις formation of a callus fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπώρωσιν — ἐπιπώρωσις formation of a callus fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.